647 =Είπε μοι το θαύμα περί του κοινωνήσαντος παιδός
Ιουδαίου και μη χωνευθέντος υπό του πυρός της καμίνου.
Εις τα μέρη της ανατολής ήτο τις Ιουδαίος έχων παιδίον
χρόνων επτά· το οποίον
ανταμώθη μίαν ημέραν μετά των Χριστιανών, και πηγαίνοντας εις την εκκλησίαν
εκοινώνησε το τίμιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου, καθώς είδε τα άλλα παιδία και
έκαμναν. Ο γαρ Ιερεύς νομίζων ότι είναι χριστιανού παιδίον, το εκοινώνησεν.
Αφού δε έφαγε το Αντίδωρον, απήλθεν εις τον οίκον αυτού και
το ανήγγειλε εις τους Γονείς του. Ο δε Πατήρ αυτού εθυμώθη, ως εχθρός του
Χριστού, και θέλοντας να εκδικήση την ύβριν, όπου το βρέφος έκαμε (καθώς και αυτός
ο πλανεμένος ενόμισε) του μωσαϊκού νόμου, ήρπασεν ευθύς το ανεύθυνον και το
έριξε εις μίαν αναμμένην κάμινον,
βάλοντας και έτερα ξύλα περισσά, δια να χωνεύση ταχύτερον. Αλλ’ ο εν μέσω της χαλδαϊκής
καμίνου τους τρεις Παίδας αβλαβής διαφυλάξας, εσκέπασε και αυτό το ευλογημένον,
και δεν εχωνεύθη υπό του παμφάγου πυρός, αλλά εστέκετο ώσπερ να ήτο εις δρόσον
αναπαυμένον.




