Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ (Μ. Αθανασίου) (1)


«Πιστεύομεν εις ένα Θεό Πατέρα παντοκράτορα, πάντων ορατών τε και αοράτων ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησού Χριστόν τον Υιόν του Θού, γεννηθέντα εκ του Πατρός, Θεόν κι Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου (δια του οποίου) τα πάντα εγένετο, τα τε (και τα) εν τω ουρανώ και τα επί της γης, ορατά τε και αόρατα· τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν (την ιδική μας) σωτηρίαν κατελθόντα, σαρκωθέντα, ενανθρωπήσαντα, τουτέστι τελείως εκ Μαρίας της αειπαρθένου δια Πνεύματος Αγίου, σώμα και ψυχήν και νουν και πάντα όσα εστίν ανθρώποις (εις τους ανθρώπους), χωρίς αμαρτίας, αληθινώς και ου δοκήσει (όχι κατά το φαινόμενον) εσχηκότα (έχοντα ενανθρωπήση)· παθόντα, τουτέστι σταυρωθέντα, ταφέντα και αναστάντα τη Τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις ουρανούς εν αυτώ τω σώματι ενδόξως· καθίσαντα εν δεξιά του Πατρός, ερχόμενον εν αυτώ τω σώματι εν δόξη κρίναι (να κρίνη) ζώντας και νεκρούς, ου (του οποίου) της βασιλείας ουκ έσται (δεν θα υπάρχει) τέλος. Και πιστεύομεν εις το Πνεύμα το Άγιον, το ουκ αλλότριον (όχι ξένον του) Πατρός και Υιού, αλλ’ ομοούσιον (της μιας και αυτής θείας ουσίας) ον (υπάρχον ομού) Πατρί και Υιώ (μετά του Πατρός και Υιού), το άκτιστον, το τέλειον, το Παράκλητον, το λαλήσαν εν νόμω (της Παλαιάς Διαθήκης) και εν Προφήταις και εν Ευαγγελίοις· καταβάν επί τον Ιορδάνην (κατά την βάπτισιν του Κυρίου Ιησού Χριστού του Θεού), κήρυξαν Αποστόλοις, οικούνεν αγίοις (κατοικούν και μένον εις τους βαπτισθέντας και τηρούντας την ομολογίαν της ορθοδόξου πίστεως του Βαπτίσματος και την καθαρότητα αυτού). Και πιστεύομεν εις Μίαν μόνην ταύτην Καθολικήν (= Ορθόδοξον) και Αποστολικήν Εκκλησίαν, εις εν Βάπτισμα μετανοίας και αφέσεως (συγχωρήσεως) αμαρτιών, εις ανάστασιν νεκρών, εις κρίσιν αιώνιον ψυχών τε (και ψυχών) και σωμάτων, εις Βασιλείαν ουρανών και ζωήν αιώνιον» (1).


«Τους δε λέγοντας, ότι ην ποτε (ήτο κάποτε) ότε ουκ ην ο Υιός, η ην ποτε ουκ ην το Άγιον Πνεύμα· ή ότι εξ ουκ όντων (εκ μη υπαρχόντων) εγένετο, ή εξ ετέρας υποστάσεως (υπάρξεως) ή ουσίας φάσκοντας (λέγοντας) είναι (ότι είναι) τον Υιόν του Θεού, ή το Πνεύμα το Αγιον, τρεπτόν ή αλλοιωτόν (ως βλασφημούντες έλεγον οι αιρετικοί αρειανοί και πνευματομάχοι), τούτους αναθεματίζομεν (οι Χριστιανοί), ότι (διότι) αυτούς αναθεματίζει η Καθολική (= Ορθόδοξος) μήτηρ ημών και Αποστολική Εκκλησία (του Σωτήρος Κυρίου Ιησού Χριστού του Θεού). Και αναθεματίζομεν πάντας (όλους) τους μη ομολογούντας ανάστασιν σαρκός, (ομοίως αναθεματίζομεν) και πάσα αίρεσιν, τουτέστι τους μη όντας (αυτούς που δεν είναι) εκ ταύτης της (ορθοδόξου) πίστεως της Αγίας και μόνης Καθολικής (=Ορθοδόξου) Εκκλησίας» (1) του Χριστού.

Είναι δε το ανάθεμα «χωρισμός από του Θεού» (2) και «από πάσης της Καθολικής (της Μιας και μόνης «εν ουρανοίς» (3) και «επί γης» (3) του Σωτήρος Ιησού Χριστού του Θεού) Εκκλησίας» (3). Ποιεί (κάμνει) δεν τον χωρισμόν τούτον ο αιρετικός δια της αιρέσεώς του, θεληματικώς και αμετανοήτως, και τον ομολογούσιν οι Χριστιανοί δια του αναθεματισμού της ψυχοκτόνου αιρέσεως και του αμετανοήτου αιρετικού, και υπέρ της σωτηρίου θείας Ορθοδοξίας και των Ορθοδόξων. Και τον διαπιστώνει συνοδικώς η Εκκλησία, και τον ανακοινώνει και δια τελεσίδικου αναθέματος, προς αποφυγήν της θανασίμου αιρέσεως και εμμονήν εις την Ορθοδοξίαν της εν Χριστώ σωτηρίας. Και «αιρετικός εστί (είναι)και τοις (εις τους) κατά των αιρετικών υπόκειται νόμοις (νόμους) ο μικρόν γουν (βεβαίως) εκκλίνων (παρεκκλίνων) της ορθοδόξου πίστεως» (4). Και κατά την εκφοράν του Αγίου Μάρκου Εφέσου, «αιρετικός εστι και τοις κατά των αιρετικών νόμοις υπόκειται ο και μικρόν γουν τι (ήτοι και εις κάτι μικρόν), παρεκκλίνων της ορθής πίστως» (5). Οι δε κατά των αμετανοήτων αιρετικών νόμοι εντέλλονται το ανάθεμα, το οποίον οφείλει να ομολογή πας ορθόδοξος Χριστιανός δια πάντα αιρετικόν, κατά το «όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα» (6) των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων της θείας Ορθοδοξίας. Διο Χριστιανός, ο οποίος «διεκδικεί (επιδιώκει να δικαιώση)» (6) τον αμετανόητον αιρετικόν, ζώντα ή αποθανόντα, αναθεματίζεται (6) και αυτός.

Είναι δε το ανάθεμα τούτο δίκαιον και φιλάνθρωπον και σωτήριον. Δίκαιον, επειδή δικαίως την θανάσιμον αμαρτίαν της αιρέσεως του ψεύδους ακολουθεί ο χωρισμός από την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και από τον Θεόν, που είναι «η Αλήθεια» (7). Φιλάνθρωπον, διότι τον μεν αναθεματιζόμενον αιρετικόν βοηθεί εις μετάνοιαν σωτηρίας, και πάντα Ορθόδοξον Χριστιανόν τον φυλάσσει από την μεγαλυτέραν και θανάσιμον και κολάσιμον πτώσιν της ψυχής του. Και σωτήριον, καθ’ ότι, εάν δεν ανεθεματίζοντο οι αμετανόητοι αιρετικοί, δεν θα υπήρχεν επί γης η σωτήριος ορθόδοξος πίστις και η Ορθοδοξία και η εν Χριστώ σωτηρία!

Αθήναι, Αύγουστος 2004
ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Α.Δ. Δελήμπασης

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


1.Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μ. Αθανασίου, PG. 26, 1232, ΚΑΙ ΒΕΠΕΣ, 33, 187-188 - 2. Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 13, 408, 12, 1003 – 3. Εκκλησιαστικαί Διατυπώσεις Α’ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 2, 889 – 4. «Νομοκάνων» Πατριάρχουν Κων/λεως Μ. Φωτίου, Σ.Ι.Κ. 1, 261 – 5. Αγίου Μάρκου Εφέσσου, Mansi, 31 Β’, 1311 – 6. Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, 13, 397-400, 416, 400 – 7. «Κατά Ιωάννην Άγιον Ευαγγέλιον», ιδ, 6.